Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Αμάλγαμα

(Αμάλγαμα)



He handed me a napkin with a line drawn across it to show the sea, a fortress on a hill, a hamam with three domes, and between them the Turkish names of some streets.

But hadn't Thessaloniki been Greek since December 1912? Hadn't it been burned to the ground, bombed, rebuilt, knocked down and rebuilt again since then? Hadn't it endured two world wars, various occupations, a civil war, a dictatorship and the worst that precast concrete can inflict? Hadn't its Turks been sent back to the eternal exile of "home" and its Jews, the soul of the city, who made up the majority of its remarkable mix of peoples, been all but exterminated at Auschwitz?

None of this seemed to phase him. It should be there. "People still have to eat borek."

Two days later, using his scribbled directions, I found a bougatsa shop just where he said I would, next to a patsas place that was still serving the Greek variant of that hangover tripe soup I had missed in Istanbul to the last of the night's stragglers.

- Fiachra Gibbons, "Give Greece a Chance", The Observer, 29 Μαΐου 2011






Οι ξένοι που έρχονται στον τόπο μας φέρνουν μαζί τους την ψυχή τους, την ψυχή του τόπου τους. Έτσι κάνανε κι οι άλλοι ξένοι πριν από αυτούς, οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι, οι Μικρασιάτες, οι Αρμένιοι, οι Πόντιοι, οι Εβραίοι, όλοι οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες που ήρθανε στην Ελλάδα ως τον προηγούμενο αιώνα. Ήρθαν εδώ και φέρανε το αίμα τους και την ψυχή τους. Κι έγινε το αίμα τους δικό μας, κι έγινε η ψυχή τους δική μας. Και σήμερα δεν ξεχωρίζεις τον Έλληνα απ' τον Αρμένη, παρά μόνο από το όνομα («tous les noms armeniens çe terminent en '-anne", sauf 'Karabette' qui çe termine en '-bette'», έλεγε ένα παλιό Γαλλικό ρατσιστικό αστειάκι). Δεν ξεχωρίζεις τον Πόντιο, παρά μόνο όταν του πεις το Ποντιακό ανέκδοτο και γυρίσει και σου πει, μ' ένα πονηρό, στραβό γελάκι "κι εγώ Πόντιος είμαι".

Δεν έχω αμφιβολία οτι κι οι κακοί, απαίσιοι φασίστες που γιουχάρουμε και κοροϊδεύουμε, νοιάζονται με τον τρόπο τους για την ψυχή του τόπου (το ξέρω μάλιστα γιατί αγαπάω τους φίλους μου με τα ελαττώματά τους). Βλέπουνε τον εαυτό τους σαν το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού, που εξασφαλίζει την υγεία του επιτιθέμενο με μανία σε κάθε ξένο σώμα- γιατί βέβαια στη φύση (που τόσο αγαπάνε, δεύτεροι μόνο μετά τους Οικολόγους-Εναλλακτικούς) κάθε ξένο σώμα είναι απειλή. Αφού τους αρέσουνε όμως τόσο οι ιατρικές παραβολές, νά και μια δικιά μου: καμμιά φορά, ένας οργανισμός αρρωσταίνει τόσο βαρειά που δεν τον σώζει ο γύψος, θέλει μεταμόσχευση. Το ανοσοποιητικό όμως δεν σκαμπάζει από μεταμοσχεύσεις, επιτίθεται στο ξένο όργανο, το μόσχευμα, κι ο οργανισμός το αποβάλει... και πεθαίνει. Γι' αυτό, όταν γίνει μεταμόσχευση, το ανοσοποιτηκό σύστημα πρέπει να κατασταλλεί, γιατί κάνει κακό στον ίδιο τον οργανισμό που υποτίθεται οτι προστατεύει.

Αυτή τη στιγμή λοιπόν, τα εθνικά μας αντανακλαστικά κάνουνε κακό, κάκιστο και επικίνδυνο, σε μια ώρα μεγάλης ανάγκης και σοβαρής αρρώστιας του τόπου. Η οικονομική κρίση κι η πολιτική, είναι απλά τα συμπτώματα της αρρώστιας. Ο τόπος έχει χάσει την ψυχή του. Είναι άρρωστος και θέλει μετάγγιση. Θέλει φρέσκο αίμα, καινούργια ψυχή, αμόλυντη από το κακό που μας βρήκε. Δε θα σου πω οτι είναι καλύτερα από 'κει που ήρθανε οι Αφγανοί κι οι Ιρακινοί. Κι αυτοί τις δικές τους παθογένειες έχουνε. Από άρρωστους τόπους φεύγουνε. Αλλά όπως μπορούνε αυτοί να δούνε με παρθένα μάτια την κατάσταση τη δική μας, έτσι μπορούμε κι εμείς τη δική τους. Όπως έχουμε εμείς πράγματα που χρειάζονται αυτοί, έχουνε κι αυτοί πράγματα που χρειαζόμαστε εμείς. Κι ίσως μπορέσουμε να γιατρέψουμε ο ένας τον άλλο. Ακριβώς επειδή είναι "άλλος", για μας, μπορούμε να συνεργαστούμε μαζί τους μ' έναν τρόπο που δεν μπορούμε με τον εαυτό μας. Είναι απλά κρίμα να ξοδεύουμε έτσι το ανθρώπινο κεφάλαιο, και κάποια στιγμή θα το εξαντλήσουμε- τόση ανέχεια, κάποια στιγμή θα σβήσει κάθε ίχνος ανθρωπιάς μέσα τους, και θα τους κάνει κι αυτούς ερείπια της μεγάλης γκρίζας πόλης. Θα χάσουνε κι αυτοί την ψυχή τους. Και μετά δε θα έχουμε ούτε καν αυτή τη μικρή, ισχνή ελπίδα.

Αυτή τη στιγμή, αντιμέτωποι με την τεράστια απειλή, η μόνη μας διέξοδος είναι η κοινωνική συνοχή. Η "κοινωνία" όμως που πρέπει να συνενωθεί έχει και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ξένους μέσα, που δεν πρόκειται να φύγουνε. Εδώ θα μείνουνε, παρά τη θέληση και τη δική μας και τη δική τους. Σταθερότητα δε θα πετύχουμε αν συνεχίσουμε να τους πολεμάμε, γιατί απλά πολεμάμε από τα μέσα τον ίδο μας τον μελλοντικό εαυτό. Όσο πιο γρήγορα αποδεχτούμε την κατάσταση και τη δούμε από τη θετική της σκοπιά, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε να στραφούμε απερίσπαστοι κι ενισχυμένοι στη σκληρή δουλειά και στην επείγουσα δουλειά, που πρέπει να κάνουμε, για να γλιτώσουμε το χάος.

(A Suivre)

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Άμεση Δημοκρατία

Η Τεχνολογία θα μας απελευθερώσει.


Στις πρόσφατες μαζικές κινητοποιήσεις γύρω στη Μεσόγειο, εγώ διαλέγω να βλέπω την αρχή της αλλαγής του συστήματος, προς την άμεση, δικτυακή δημοκρατία. Μ' αυτό δεν εννοώ οτι "κάποια μέρα θα ψηφίζουμε μέσω ίντερνετ ή sms". Eννοώ τη συλλογική λήψη αποφάσεων για τα κοινά με μια συνεχή δικτυακή διαβούλευση, ανοιχτή σε όλους, ίσως και υποχρεωτική για όλους. Ένα διαδικτυακό φόρουμ, δηλαδή, με εξουσίες κοινοβούλιου.

Αυτή η αλλαγή είναι η ανομολόγητη ελπίδα μου, εδώ και μερικά χρόνια, και θα ήθελα πολύ να συντελεστεί και να ολοκληρωθεί εγκαίρως για να προλάβω να την δω πριν πεθάνω. Πιστεύω οτι σ' αυτήν την αλλαγή οδηγούμαστε νομοτελειακά, από τη στιγμή που ο Tim Berners Lee μπούταρε τον πρώτο web server, καταργώντας οριστικά τα εθνικά σύνορα (έχουνε καταργηθεί, ναι- απλά δεν το ξέρουν. Το ίδιο και η χρηματική οικονομία, παρεμπιπτόντως. Άκου τον επιθανάτιο ρόγχο της...).

Παραδόξως ίσως, δεν μου πολυαρέσουν οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης (κυρίως το facebook, εδώ μου κάθεται) αλλά αυτό είναι άνευ σημασίας. Το σημαντικό είναι οτι η αρχή έχει γίνει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέσω webforums, twitter, facebook, μπλογκ, η sms. Η τεχνολογία υπάρχει: μπορούμε να πάρουμε συλλογικές αποφάσεις με συμμετοχή από εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες... και να τις εφαρμόσουμε. Όχι μόνο μπορούμε, το κάνουμε κιόλας. Προς το παρόν, οι αποφάσεις αυτές είναι "όλοι στο δρόμο ΤΩΡΑ!" ή κάτι παρόμοιο, αλλά κι αυτό δεν έχει σημασία. Αυτά είναι τα "ουά" του νεογέννητου. Όταν μάθει να μιλάει, να γράφει και να διαβάζει, θα βάζει κάτω τις εθνικές ομάδες φιλοσοφίας Ελλάδας και Γερμανίας με το ένα χέρι.

Με ποιητική οικονομία, η αρχή έγινε στη Μεσόγειο, εδώ που ξεκίνησε και η πρώτη μορφή της δημοκρατίας. Δόξα νά 'χει ο Moore, αλλά πιστεύω οτι αυτή τη φορά δε θα μας πάρει χίλια χρόνια για να διαδοθεί η ιδέα.

(O πρώτος web server)

(A Suivre)

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Ο άλλος Στάθης

Στο ένα κρατητήριο είναι ένας τύπος, λες και τίναξες τα Παιδιά της Πιάτσας κι έπεσε από μέσα. Λαδοπόντικας, υποθέτω; Λαδοπόντικας. Ποντικοουράς Λαδοπόντικας. Μας κόβει κουστούμι: σ' εμένα λέει πέντε, στα τρία θά 'μαι έξω. "Μα δεν έκανα τίποτα", του λέω. Ανασηκώνει τους ώμους. Δεκαπέντε άρθρα του Ποινικού, τα πέντε κακουργήματα. Και λίγα μού 'πε. Πάει παρακάτω. Ένας άλλος λέει οτι είναι εκεί επειδή λένε πως σκότωσε έναν άνθρωπο. "Τον σκότωσες;" ρωτάω. "Τρεις σκότωσα!" αναφωνεί. Μετά γελάει μόνος του και μου εξηγεί οτι όταν ήταν στο χωριό κι έπρεπε να σφάξουνε καμμιά κότα να φάνε, την έσφαζε η μάνα του, γιατί αυτός δεν άντεχε. "Όχι να σκοτώσω κι άνθρωπο!". Για καλό και για κακό πάντως, εγώ έβαζα το Λαδοπόντικα να κάθεται ανάμεσά μας.

Όλοι οι άλλοι είναι ενήλικες, εννοείται. Δεν έχει ξεχωριστά κρατητήρια για τους ανήλικους, στον έβδομο. Κι εγώ κοντεύω τα δεκαεφτά, δε λέω. Ο μόνος άλλος που είναι κοντά στην ηλικία μου είναι ένας αναρχικός που τον πιάσανε κι αυτόν για επεισόδια. Όταν μ' αφήσανε, έβλεπα μετά το όνομά του στους τοίχους, λευτεριά στον σύντροφο τάδε. Δε θυμάμαι τ' όνομά του αλλά είχε γίνει φίρμα. Μού 'χε πει και την κουβέντα την βαρειά, επειδή καταριόμουν την τύχη μου: "ο επαναστάτης πρέπει να ρισκάρει". Ο επαναστάτης, ας ρισκάρει ό,τι θέλει. Εγώ, τί φταίω; Μια μέρα ήρθε κι ένας δημοσιογράφος από την Ελευθεροτυπία, με μια μηχανή στο λαιμό, να πάρει είδηση, αλλά του είπα οτι με συμβουλέψανε οι γέροι μου να μην δώσω δημοσιότητα στην υπόθεση γιατί δε θα ξεμπερδεύω στον αιώνα τον άπαντα. Έφυγε εκνευρισμένος. Γιατί ρε δε θες να θυσιαστείς για την επανάσταση;

Τα πρωινά τα περνάω στον τέταρτο, στο ανηλίκων. Τα βράδυα, επάνω. Το πρώτο-πρώτο βράδυ μ' έχουνε βάλει μαζί μ' έναν μεγάλο άνθρωπο, καμμιά εξηνταριά. Πώς σε λένε; Στάθη. Και μένα Στάθη. Σύμπτωση, για φαντάσου. Τί δουλειά κάνεις; Έχω ένα μαγαζί και πουλάω λαχανικά. Εγώ βαράω ζυμάρια μ' έναν πλάστη. Πέφτω να κοιμηθώ στον ξερό πάγκο- δεν είχα με τί να σκεπαστώ. Σηκώνω το φερμουάρ του μπουφάν, τυλίγω τα χέρια μου γύρω μου, και κοιτάζω το σκοτάδι κατάματα. "Αυτό ήτανε" λέω μέσα μου. "Μέχρι εδώ ήταν η ελευθερία σου". Το πρωί ξυπνάω και κάποιος μ' έχει σκεπάσει με μια κουβέρτα. Ανασηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω τον άλλο Στάθη, το μανάβη, καθισμένο χάμω, πάνω στο ταίρι της. Με κοιτάει αφηρημένος, χαμογελάει λίγο λυπημένα. Χαμένος στον κόσμο του, αναμαλλιασμένος. Ήτανε λέει εκεί για κάτι ακάλυπτες επιταγές.

Είχε όμως δύο κουβέρτες και μού 'δωσε τη μία.

(A Suivre)

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Μία ξένη

Ήθελα να πω δυο λόγια, με την ευκαιρία ενός σχόλιου εδώ παρακάτω.

Εγώ λοιπόν σπουδάζω και μένω στην Αγγλία, μια ξένη χώρα. Τον πρώτο καιρό, δούλευα σε μια αποθήκη. Μετά μου είπανε οτι μπορώ να ζητήσω δάνειο από το Βρετανικό κράτος για να μου πληρώσει δίδακτρα να σπουδάσω. Έκανα αίτηση σε μερικές σχολές, με πήρανε τελικά και φέτος θα πάρω πτυχίο (...επιτέλους!). Το δάνειο θα το ξεπληρώσω φυσικά, είναι γύρω στις εννιά χιλιάδες λίρες, αλλά ελπίζω, με πτυχίο πια, κάτι καλύτερο θα βρεθεί από το χαμαλίκι στην αποθήκη.

Εν τω μεταξύ, όσο ήμουν εδώ, είχα κάποια ιατρικά έξοδα. Να μην μπαίνω σε λεπτομέρειες, μια χαρά είμαι, δόξα τω θεώ και χτύπα ξύλο, αλλά τα τελευταία χρόνια, είδα καμμιά δεκαπενταριά διαφορετικούς γιατρούς, έκανα και καμπόσες εξετάσεις και παίρνω κάποια φάρμακα. Ε, λοιπόν, όλα αυτά, μου τα πληρώνει το Βρετανικό κράτος. Η περίθαλψη εδώ είναι δωρεάν για όλους τους κατοίκους Αγγλίας, ανεξαρτήτως υπηκοότητας κι εθνικότητας. Μ' έναν πολύ πρόχειρο υπολογισμό, πέντε χρόνια τώρα το Βρετανικό κράτος έχει δώσει γύρω στις δέκα χιλιάδες λίρες για τις ιατρικές μου ανάγκες, κι εγώ είναι ζήτημα αν έχω δώσει χίλιες.

Κάτι που δεν μετριέται με χρήματα: στο πανεπιστήμιο, με θεωρούνε γυναίκα φοιτήτρια. Το ίδιο και το NHS (ο εθνικός οργανισμός υγείας). Τί σημαίνει αυτό για μένα το καταλαβαίνεις όταν σου πω οτι το διαβατήριό μου με λέει ακόμη άντρα, και δεν υπάρχει τρόπος να το αλλάξω (επειδή δε θέλω να κάνω την γνωστή επέμβαση). Στην πατρίδα μου, δεν είμαι τίποτα, ούτε καν το φύλο μου δεν αναγνωρίζεται, ούτε το όνομά μου δεν μου επιτρέπεται να αλλάξω. Εδώ, πολύ απλά, μ' αντιμετωπίζουνε σαν άνθρωπο.

Μ' αυτά ελπίζω να καταλαβαίνεις γιατί δεν υποφέρω η πατρίδα μου να φέρεται στους δικούς της ξένους σαν να είναι σκουπίδια. Όταν σου λένε οτι "κάποτε ξενιτεύονταν οι Έλληνες...", ε, λοιπόν, εγώ έχω ξενιτευτεί τώρα, όχι "κάποτε". Και όχι μόνο δεν μου φέρονται όπως φέρεται η πατρίδα μου στους ξένους της, μου φέρονται καλύτερα από ό,τι φέρεται η ίδια σ' εμένα.

Φυσικά μπορείς να πεις "εγώ δεν έχω ξενιτευτεί", ή μπορεί να ζεις κι εσύ Αγγλία και να μην σου έχουνε πληρώσει τίποτα. Συγχαρητήρια, αλλά μην ξεχνάς οτι χρωστάμε, σαν Έλληνες, 400 δισ στους Ευρωπαίους. Σίγουρα δεν είναι αυτοί οι ξένοι που περιμένουνε να τους φερθούμε ανθρώπινα. Ίσως, όμως, είναι καιρός να σκεφτείς πώς θα ήθελες να σου φερθούνε κι εσένα, αν ποτέ -χτύπα ξύλο- βρεθείς στην ανάγκη των ξένων. Όχι από πρόληψη και δεισιδαιμονία, μη γυρίσει ο τροχός και (σε) γαμήσει ο φτωχός (ή ο Φράγκος). Αλλά, να, για να καταλάβεις πώς φέρεσαι αυτή τη στιγμή σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη και πώς θα ένοιωθες εσύ αν ήσουνα στη θέση τους. Γιατί -τέτοια κουτή που είμαι- έχω την εντύπωση οτι δεν έχεις καταφέρει ακόμη να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση τους. Και γι' αυτό, Έλληνά μου, λες αυτά που λες και κάνεις αυτά που κάνεις.

Εγώ, παρ' όλα όσα έχουνε γίνει, εξακολουθώ να πιστεύω σ' εσένα, οτι θα με βγάλεις ασπροπρόσωπη και θα μπορώ πάλι μια μέρα να λέω με καμάρι και μια δόση μαγκιάς, "I'm Greek". Χωρίς να ντρέπομαι. Το λύσαμε και το πρόβλημα της μετανάστευσης, και την ανθρωπιά μας δε χάσαμε και βγήκαμε και πιο δυνατοί, πιο πλούσιοι από την περιπέτεια. Και την κρίση τη βάλαμε κάτω και την πατήσαμε, χωρίς να ξεπουληθούμε. Άντε, φέρτε μου τώρα και τα δύσκολα, που ζεστάθηκα. Ο καλός ο καπετάνιος... Αυτό θέλω να έχω να λέω. Αυτό θα με κάνει περήφανη. Έτσι θα σε χαρώ.

Τώρα, έτσι που σε βλέπω, φοβισμένο, παραλυμένο, έτοιμο να τα ρίξεις στους άλλους και να τους εκμεταλλευτείς μπας και την βγάλεις καθαρή, ζυμάρι στα χέρια του κάθε δημαγωγού καιροσκόπου, λοιπόν, να... δε σε χαίρομαι.

(A Suivre)

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Οι προτάσεις του Διονύση Σαββόπουλου



Εχτές δημοσίεψε η Ελευθεροτυπία και τις διευκρινίσεις του Διονύση Σαββόπουλου, για τις δηλώσεις του στο ραδιόφωνο. Νομίζω, τώρα που εξήγησε τις προθέσεις του, μπορώ κι εγώ να σχολιάσω.

1. Από την ραδιοφωνική συνέντευξη:




"... με τις πρόνοιες που δίνει το Σύνταγμα, ... να απομακρυνθούν όολοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας ... να τους πηγαίνανε σε αραιοκατοικημένα νησιά του Αιγαίου".




Να μιλάς έτσι για ανθρώπινα όντα είναι απαράδεκτο. Δεν μιλάμε για γελάδια και πρόβατα. Και γι' αυτό άλλωστε έγινε και τόση φασαρία. Όχι, δεν έχουμε καμμιά δουλειά να τους "πηγαίνανε" κανείς και πουθενά. Σαν πολίτες και σαν κράτος, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να "τους" διατάξουμε και να τους χειραγωγήσουμε, να τους μαντρώσουμε και να τους σαλαγήσουμε. Ούτε τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, ούτε τους τοξικομανείς, ούτε κανέναν.


2. "... με τις πρόνοιες που δίνει το Σύνταγμα"

Δεν ξέρω ποιές είναι αυτές "οι πρόνοιες που δίνει το Σύνταγμα". Κατ' αρχήν το Σύνταγμα δε λέει πουθενά οτι έχει το κράτος εξουσία να διατάξει και να επιβάλει τη μαζική μετακίνηση ατόμων κατά κατηγορία, επειδή φοβόμαστε οτι μπορεί και να παραβαίνουν το νόμο.

Αντίθετα, το Συντάγμα λέει:



Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος.
(Άρθρο 5, παράγαφος 3)




Η δε παράγραφος 2 ξεκαθαρίζει οτι αυτό δεν αφορά μόνο τους Έλληνες πολίτες αλλά:



Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων.




Η αναγκαστική, μαζική μετακίνηση ανθρώπων με βάση την εθνικότητά τους είναι προφανώς παράνομη καί με τους διεθνείς νόμους, τόσο της ΕΕ, όσο και του ΟΗΕ, που επικαλείται αργότερα ο Διονύσης Σαββόπουλος.


3. Από τη διευκρινιστική του επιστολή στην Ελευθεροτυπία:



"Μία λύση θα ήταν να μεταφερθούν οι παράνομοι μετανάστες σε μισοαφημένα νησιά ή χωριά, για να καλλιεργήσουν τη γη και να ζήσουν με τη βοήθεια του ΟΗΕ, γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε."




Αυτή βέβαια είναι "μία λύση" που δεν θα έλυνε τίποτα, απλά θα μετατόπιζε το πρόβλημα, από την Αθήνα στην επαρχία.

Η δε πρόταση "να καλλιεργήσουν τη γη" μαρτυράει οτι ο Σαββόπουλος, όπως και άλλοι, έχει κάποια μάλλον ρομαντική ιδέα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Τους θεωρεί φαίνεται γραφικούς βουκόλους που αφήσανε τα κτήματά τους και τα κατσίκια τους στη χώρα τους κι ήρθανε στην Ελλάδα να βρουν την τύχη τους στη μεγάλη πόλη. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι δεν έχουνε δει τσαπί στα μάτια τους, στις χώρες τους έχουνε κι αυτοί σχολεία, στην ξενιτιά έχουνε τις δουλειές τους και τα μαγαζιά τους. Όσο μπορείς να στείλεις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες να κάνουν αγροτική ζωή στην επαραχία, άλλο τόσο μπορείς και τους Πακιστανούς και τους Αφγανούς.

Όσο για τα "αραιοκατοικημένα" νησιά και χωριά αυτά προφανώς δεν είναι εντελώς ακατοίκητα. Τους κάτοικούς τους μάλλον δεν τους ρώτησε κανείς αν θέλουνε να τους στείλουμε πεσκέσι το "πρόβλημα της μετανάστευσης". Και βέβαια, αν "δεν έχουμε τί να τους κάνουμε" τους ξένους στην Αθήνα, με όλες τις υποδομές και τις υπηρεσίες- γιατί να έχουνε τί να τους κάνουνε στην επαρχία;

Δηλαδή πάλι καλά που δεν είπε "να τους στείλουμε στην εξοχή μπας και τους κάνει καλό ο καθαρός αέρας".

4. "Πρέπει να μεταφερθούν [οι τοξικομανείς] δεν ξέρω πάλι πού"

Ε, ναι, κανείς δεν ξέρει "πού" θα μεταφερθούν κι αυτοί οι τοξικομανείς. Χρόνια τώρα, οι κάτοικοι του Κέντρου και της Επαρχίας, και όλης της Ελλάδας, μαζεύουν υπογραφές και ασκούν πιέσεις στις τοπικές διοικήσεις για "να πάνε αλλού" τα κέντρα του ΟΚΑΝΑ. Και πού θα πάνε; Μάλλον εκεί που πάνε και οι μονάδες επανένταξης των ψυχασθενών, που επίσης έχουνε καταντήσει περιπλανώμενοι θίασοι.


Γενικά βρίσκω οτι τα λόγια του Σαββόπουλου είναι λόγια ανθρώπου που ούτε έχει καταλάβει ποιό είναι το πρόβλημα, ούτε έχει σκεφτεί στ' αλήθεια ποιά μπορεί να είναι η λύση του.

Για να τον βοηθήσω, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι άνθρωποι κι εμείς τους φερόμαστε σαν να είναι άψυχα αντικείμενα, κάποιου είδους δημόσια περιουσία, που πρέπει να τη διαχειριστούμε όλοι από κοινού. Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι του Σαββόπουλου. Παρατηρώ οτι σ' όλη αυτή τη συζήτηση, κανείς, ούτε από αυτούς που πήραν το μέρος του, ούτε από αυτούς που τον αποδοκίμασαν διά βοής δεν είπε "να ρωτήσουμε και τους ίδιους τους ξένους τί νομίζουνε οτι πρέπει να γίνει".

Ελπίζω κάποιος να με διαψεύσει.

(A Suivre)

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Τη βία πολλοί ηγάπησαν, το ξύλο ουδείς.

(Σκηνή από την πολιτική ζωή της χώρας)

Από το tvxs.gr:



Εδώ και δυόμισυ χρόνια, από την εποχή της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, χρονολογείται ουσιαστικά η νέας μορφής εμφάνιση του παρακράτους στην χώρα μας. Στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν την δολοφονία υπήρξε μιά διάχυτη βία,που στόχο είχε την τρομοκράτηση του κόσμου, ώστε να μην κατεβαίνει στις διαδηλώσεις, φοβούμενος έιτε την βία των κουκουλοφόρων, είτε την βία των δυνάμεων καταστολής, που ψέκαζαν τον κόσμο με δακρυγόνα, εν είδει νέου αντικουνουπικού.

Πολλοί ήταν αυτοί τότε-και από τον χώρο της Αριστεράς- που απέδωσαν αυτά τα περιστατικά στον χώρο των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών, καθώς οι κουκουλοφόροι από εξωτερική εμφάνιση παρέπεμπαν σε νεολαίους αυτού του χώρου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο χώρος αυτός να στοχοποιηθεί στο σύνολό του και έκτοτε η λέξη κουκουλοφόρος να παραπέμπει στα μάτια της κοινωνίας εκεί.Κι ο ίδιος βέβαια αυτός ο χώρος τότε δεν έκανε κάποια κίνηση για να διαφοροποιήσει την σταση του από την τυφλή βία, μέχρι τουλάχιστον την δολοφονική επίθεση στην ΜΑΡΦΙΝ.





Το παραπάνω άρθρο είτε απευθύνεται σε παντελώς άσχετους, είτε γράφτηκε από τη σκοπιά ενός παντελώς άσχετου. Να σου πώ τί λέει; Λέει: "Εγώ είμαι γαύρος και χτες είδα 30 άτομα με κόκκινα κασκόλ να σπάνε το σύλλογο του βάζελου. Είδες τι κάνουνε τα παλιοχανούμια;"

Από ποιό πολιτικό χώρο ξεκινάει μια δράση φαίνεται από το στόχο της (αν και πλέον όλοι περιμένουνε να δούνε πώς θα γράψει στο φακό για να πάρουν την ευθύνη ή να τα ρίξουν στους από 'κει). Ας πούμε, η δράση στο πέμπτο προχτές, δεν ήταν ακροδεξιοί, γιατί αυτοί δεν βαράνε τους μπάτσους (ούτε κι οι μπάτσοι αυτούς). Η φωτιά στη λαϊκή δε χρειάζεται να είναι ατύχημα: οι έμποροι της λαϊκής είναι αρουραίοι νοικοκυραίοι που λοιώνουν στη δουλειά τους μετανάστες (διάβαζε πρόσφυγες) στους κάμπους κλπ άρα γιατί να μην τους κάψουνε κι αυτούς; Δε χρειάζεται να ψάχνεις για προβοκάτσια και συνωμοσίες, και να σφάζεσαι με τον Όκκαμ. Αυτή η επιμονή των ήπιων αντιεξουσιαστών (ναι, ξέρω) να τα ρίχνουνε στους προβοκάτορες κάθε φορά που τους ξυνίζει κάτι που κάνανε οι ήρωές τους, έχει καταντήσει ανέκδοτο.

Ξεκινάει από τη χλιαρή στάση σε σχέση με τη βία- αλλά και με όλα γενικά. Πρέπει να καταλάβει ο "χώρος" που είναι με "τους πιτσιρικάδες", οτι δεν μπορείς να υποστηρίζεις την αντίδραση στην εξουσία μόνο με το ένα κωλομέρι. Δεν μπορείς να είσαι λίγο αναρχικός, λίγο ανεξουσιαστής, λίγο βίαιος, όπως δεν μπορείς να είσαι λίγο έγκυος. Δεν μπορείς να είσαι λίγο υπέρ της δημοκρατίας και λίγο υπέρ της κουκούλας και του καδρονιού.

Και δεν μπορείς γι' αυτό ακριβώς το λόγο: επειδή ο καθένας μπορεί να βάλει την ίδια κουκούλα και να κάνει ό,τι του καυλώσει. Ο καθένας μπορεί να κατεβάσει μια τζαμαρία και μετά να τα φορτώσει σ' όποιον δεν γουστάρει. Ε ναι. Το '90 τα φορτώναμε στην Αλβανική μαφία, τώρα τα φορτώνουμε στους ακροδεξιούς ή τους χουλιγκάνους της Μεσολογγίου. Και μετά τρέχα γύρευε να βρεις ποιός και γιατί. Αυτός είναι ο σκοπός της μάσκας, να μην ξέρεις από πού σου ήρθε.

Μπορείς όμως να πάρεις σαφή στάση; Πάω στοίχημα οτι ποζάρεις με την κουκούλα στον καθρέφτη του μπάνιου σου, αλλά έχεις το νεφρό να σταθείς επώνυμα και με άδεια χέρια μπροστά στη βία του κράτους; Πρέπει να σταθείς επώνυμος γιατί αν κρύβεσαι πίσω από κουκούλες και ψευδώνυμα, το κράτος απλά θα δει οτι το φοβάσαι και θα συνεχίσει όπως γουστάρει. Πρέπει να σταθείς με άδεια χέρια γιατί όταν σηκώσεις όπλα νομιμοποιείς τη βία εναντίον σου (θα τις φάς ούτως ή άλλως). Πρέπει να σταθείς ειρηνικά και με ακάλυπτο πρόσωπο για να διαχωρίσεις τη θέση σου καθαρά και ξάστερα καί από τους ροπαλοφόρους καί από τους κουκουλοφόρους και να μην αφήσεις κανένα περιθώριο για προβοκάτσια, από κανέναν.

Διαφορετικά, κάθε μισόκωλη καταδίκη της βίας, ανάλογα με το από πού προέρχεται και τί σκοπό έχει, είναι άχρηστη. Και πώς θα εξηγήσεις γιατί είναι καλύτερη η βία των δικών μας από τη βία των δικών τους; Γιατί; Γιατί είναι καλύτερο να σε κάψει ο αναρχικός παρά να σου ανοίξει το κεφάλι ο φασίστας; Γιατί πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στους επαγγελματίες τραμπούκους και τους ερασιτέχνες; Κανένας ρε να μη βαράει κανένα. Στο βάθος πλακώνεστε για το προνόμιο να βαράτε εμένα.

(A Suivre)

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

TimemiT

- Time is a palindrome! exclaimed the mathemagician.

Once more, she scanned her equation on the whiteboard and there was no doubt in her mind. It was correct. Time was not a circle; it was not an arrow. It was a straight line that curved in on itself. The universe had begun sometime in the past and it would reach its end somewhere in the future. Then, time would unwind and send it all back the way it came from. The fierce explosion at the start of everything would be sucked back into the empty nothing. Then once more there would be a bloom of plasma, stars and dust, black holes and galaxies clustered like grapes on the vine. It would all repeat itself, again and again and again. It had already happened- how many times before? The mathemagician could not know. Her formulae were not powerful enough to see beyond the start and end of time, and there was no way to count the pulse of the universe from the inside.

Her elegant fingers traced the long line of digits, symbols and Greek letters on the whiteboard. For another half-hour she worked to explore a path branching from her main equation. She nodded as she solved it and watched the value emerging: fourteen billion and then some; the age of the universe!

She turned her attention to a different solution of the same branch, this time going the opposite way. Her equation had reached the beginning of time; it should be able to find the end. Methodically, determined, she attacked the problem with all the might of her brilliant mind. Another value started to come into focus. The universe would end... when... She felt the blood drain from her face.

The universe is a very big calculator, she thought, as she pressed on with shaking hands. What it calculates is itself. It is a model of itself, a 1:1 scale simulation, full scale in space and time. Its execution will terminate when the solution is found to the very equation that describes the age of the universe. And she was about to solve that equation herself! But that meant that the calculation must have completed- otherwise she would not be able to find its result! Mathemagics is possible thanks to the connection of the human mind to the underlying superstructure, the layer of existence where all is numbers. As values form in the sea of endless potential, the human mind becomes aware of them through the application of mathemagical formulas. However, the superstructure is too vast, too chaotic, for the mind to find any new meaning in it. Mathemagics can only fish already existing equations and their solutions out of the vastness. And now she had just caught one such solution. Her heart pounded madly. Time would end...

... 14 billion years after the beginning, her solution said. "Well", she thought, "that makes sense". There was a whooshing sound from outside and the noise of cars crashing while hundreds of horns blared and alarms tweeted, as if a giant vacuum cleaner was sucking everything up. What will it feel like, she wondered, to experience the palindrome...? People had been born, lived and died while time went from past to future. When it doubled back, they would find themselves re-entering the time stream at the point of their death, their lives would rewind to their birth and they would become unborn. Would they be aware of it? Was it possible to know time flowing backwards? Surely, if memories form with time, then with time unwinding, they would un-form and the conscious mind would simply have no opportunity to watch them vanish?

She felt the ground shake faintly and watched her hand moving over her writing on the board. For a moment, she was not certain what she had written and why. Then she realised she wasn't writing anything new. Her marker pen traced her writing from right to left, undoing every line, curve and point. By the time she reached the beginning of her equation, the memory of its solution was lost to the future. For twenty-odd years, her life coiled back like a spring. She walked backwards, talked backwards, loved backwards. So did everyone and everything around her, but nobody seemed any the wiser for it. They couldn't stop and think of the past prompted by a thought coming from the future and they couldn't know the future as they slid inexorably towards the past.

Eventually, she was a toddler again, then an embryo and finally ceased to have existed yet she was conceived again and took her first steps, spoke her first words, learned the secret formulae of mathemagics that led her to the solution of the equation describing the palindromic nature of timemit fo erutan cimordnilap eht gnibircsed noitauqe eht fo noitulos eht ot reh del taht scigamehtam fo ealumrof terces eht denrael, sdrow tsrif reh ekops, spets tsrif reh koot dna niaga deviecnoc saw ehs tey detsixe evah ot desaec yllanif dna, oyrbme na neht, reddlot a emaceb ehs, yllautnevE.

(A Suivre)

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Μισάνθρωπη φιλόπολις



Δεν μπορείς, λέει, να ξαναμπείς στο ίδιο ποτάμι. Απαισιόδοξος μαλάκας ήταν αυτός ο Ηράκλειτος και δεν τον χώνεψα ποτέ μου.

Τη χρονιά πριν φύγω από την Αθήνα, το 2004 δηλαδή, μ' είχε πιάσει μια σπίντα απίστευτη και γύρναγα κάθε βράδυ, όλη νύχτα, μες' την πόλη. Ξεκίναγα από τη Δαφνομήλη, βραδάκι κι έφτανα μέχρι το Θησείο, που γλυκοχάραζε. Με την ησυχία μου, όπως καταλαβαίνεις, απλά γυρνούσα.

Πίσω από την Κλαυθμώνος είναι ένα στενό, ούτε θυμάμαι το όνομά του. Κόβει στη μέση έναν πεζόδρομο κι είναι μια γωνιά σκοτεινή, σιωπηλή και ήρεμη. Μια φορά που πέρναγα από 'κει, σήκωσα ξαφνικά το κεφάλι μου και μού 'ρθε deja vu. Έχω ξαναβρεθεί εδώ, σκέφτηκα- και αμέσως θυμήθηκα ένα όνειρο που είχα δει, από αυτά που βλέπω σε συνέχειες. Σ' αυτό το όνειρο ήμουνα λέει φρέσκια, πιτσιρίκα τραβεστί, στεκόμουν μόνη μου σε μια γωνιά, κι ύστερα έρχονταν οι παλιές, βγαίνανε μες' απ' τις σκιές και σιγομιλούσαν μεταξύ τους, σαν μυστικές μητρικές φιγούρες. Κι αυτή η σκοτεινή γωνιά ταυτίστηκε μέσα μου με τη γωνιά του ονείρου μου. Κι η αίσθηση του ονείρου πέρασε στον κόσμο τον ξύπνιο. Κάθε βράδυ γύρναγα εκεί, στεκόμουνα μια στιγμή κι έκλεινα τα μάτια, να θυμηθώ την αίσθηση της γαλήνης, να φορτίσω τη μπαταρία μου και να συνεχίσω τη βόλτα μου.

Κι ήταν γεμάτη η πόλη μου τις νύχτες, από σημεία τέτοια. Όταν οι άλλοι στριμώχνονταν μέσα στα μαγαζιά τους, αγκαλιά με τα ποτά τους, εγώ είχα όλο το δρόμο μόνη μου. Είχε άπλα κι ησυχία, που από μέρα τη βλέπεις μόνο δεκαπενταύγουστο. Γι' αυτό λέω πόλη μου. Γιατί οι άλλοι δεν τη βλέπαν έτσι κι ούτε θέλανε να τη δούνε, την φοβόντουσαν και την αποφεύγανε.

Τελευταία φορά που την είδα έτσι, ήταν πριν τρία χρόνια, το 2008, νομίζω, που έκατσα μερικά βράδυα στον Άγιο Νικόλαο, στο σπίτι που γεννήθηκα. Μου την έδωσε ξαφνικά στις δύο η ώρα τη νύχτα να φάω σουβλάκι με πίττα. Δε βρήκα βέβαια, αλλά ήταν καλή αφορμή να γυρίσω λίγο. Έφτασα νομίζω μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα, δεν θυμάμαι αν πήγα μέχρι την πλατεία Βάθη. Μια γυναίκα μόνη της μέσα στο βράδυ. Δεν έγινε όμως τίποτα. Ε, μου την ψιλοπέσανε διάφοροι, σε διάφορους τόνους, εννοείται, αλλά αυτό είναι de rigeur. Ούτε τρόμαξα, ούτε έπαθα κάτι.

Λέτε όμως τώρα όλοι, Αθηναίοι, δεξιοί κι αριστεροί, αναρχικοί κι αυταρχικοί, οτι έχει αλλάξει η Αθήνα και έχουν αγριέψει τα πράγματα. Απ' τη μια, σας θυμάμαι που μια ζωή έτσι λέγατε. Και το ιστορικό κέντρο τώρα μου το θυμηθήκατε, αλλά πάντα έτσι ήταν, παρατημένο στη μοίρα του από πριν γεννηθώ εγώ. Το 1997 που ξεκίνησα να βγαίνω, όλη εκείνη η περιοχή, Ομόνοια, Σωκράτους, Βάθη, Κουμουνδούρου, Ψυρρή, Φυλής, Μεταξουργείο, ήταν γκέτο- γκέτο για τα πρεζάκια, τις τραβεστί, τις πουτάνες, τους μαύρους με τα σιντί, τα τσόλια...

Σας βλέπω όμως όλους τρομοκρατημένους, σοκαρισμένους, χεσμένους πάνω σας και δεν ξέρω τί φταίει. Φταίει που φοβάστε για τις περιουσίες σας, ή για τη ζωή σας; Φοβάστε μη σας πάρουν τα λεφτά οι λιμασμένοι του τρίτου κόσμου που ξεβραστήκαν στα λιμάνια σας; Αφού σας τα πήραν ήδη οι καλοθρεμένοι χρηματιστές της Δύσης. Φοβάστε μη φάτε καμμιά μαχαιριά; Σας τρομάζει περισσότερο να φάτε μαχαιριά από Πακιστανό ή Ρουμάνο παρά από Έλληνα, όπως σας τρόμαζε πιο πολύ να σας βιάσουν τα πρεζάκια παρά κάνας μαλάκας στο μπαρ; Είναι απλώς η απόσταση ανάμεσα στο δρόμο και το διαμέρισμά σας, που την κάνει η τηλεόραση να μοιάζει ακόμη πιο μεγάλη;

Ή έχει όντως χαθεί η πόλη μου; Αυτό φοβάμαι εγώ, οτι ακόμη κι αν γυρίσω, δε θα μπορώ να ξαναμπώ στο ίδιο το ποτάμι γιατί θα τό 'χετε πια μπαζώσει.

(A Suivre)

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Ήρθαν Ξένοι

Ξένε μου πώς να σε δεχτώ
και πώς να σ' αποφύγω
Που το ψωμί δε χόρτασα
και το κρασί μου λίγο
- Ακρίτας, Και ιδού ίππος χλωρός



Αυτοί οι άνθρωποι θα μείνουνε εδώ μαζί μας, μέχρι το τέλος, κι ας μην τους θέλουμε. Ούτε αυτοί μας θέλουνε. Στην Ευρώπη θέλανε να πάνε αυτοί, κι εδώ δεν είναι Ευρώπη, σε λίγο καιρό θα είμαστε κι εμείς φτωχοί σαν κι αυτούς. Αλλά δεν έχουνε να πάνε πουθενά: μπροστά τους η Ευρώπη - φρούριο, πίσω τους πόλεμοι και καταστροφές. Εδώ θα μείνουν.

Κι έρχονται χρόνια δύσκολα, άγρια, για μας και 'κείνους. Εδώ θα δοκιμαστούμε όλοι. Εδώ θα φανεί, ποιός είναι άνθρωπος και ποιός μηχάνημα. Εδώ θα δοκιμαστούμε όλοι και θα φανούμε ανθρώποι αληθινοί, αν καταφέρουμε στο τέλος της δοκιμασίας να μην είμαστε εμείς κι εκείνοι- αλλά μόνο εμείς κι εμείς.

(A Suivre)

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Μαθήματα Διανοητικής Αυτοάμυνας. Μάθημα 1ον: Τί να κάνετε αν σας επιτεθούν με μια είδηση.

Από την ιστοσελίδα "νέων", News247, σήμερα (17 Απριλίου 2011):

ΕΛ.ΑΣ: Στο σπίτι μετά τη Δύση του ηλίου οι γυναίκες

Τα αυξημένα ποσοστά εγκληματικότητας οδήγησαν την αστυνομία στην έκδοση του "Οδηγού του Πολίτη" όπου μεταξύ άλλων παροτρύνουν τις γυναίκες να μην κυκλοφορούν πεζές μετά τη δύση του ηλίου ενώ αν ακούσει κάποιος πυροβολισμούς να πέσει στο έδαφος. Δείτε αναλυτικά τις οδηγίες του εγχειριδίου

Σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα, η αστυνομία έχει αναρτήσει στην επίσημη ιστοσελίδα της ένα είδος εγχειριδίου στο οποίο παρέχονται συμβουλές στους πολίτες για την προσωπική τους ασφάλεια. Το τελευταίο διάστημα ο δείκτης εγκληματικότητας έχει πάρει την ανιούσα ενώ η ΕΛ.ΑΣ αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής.

Τη σελίδα του Πρώτο Θέμα δεν θέλω να την ανοίξω για να μη μου μαγαρίσει τον περιηγητή. Ας πάμε λοιπόν κατευθείαν στην πηγή της πληροφορίας: την ιστοσελίδα της Αστυνομίας Μας! Εκεί, βρίσκουμε όντως μια σελίδα με τίτλο

Χρήσιμες Συμβουλές



- ήτοι, συμβουλές για βεγγαλικά, τροχαία, ενοχλητικά τηλεφωνημάτα, την ασφαλή περιήγηση στο διαδίκτυο και λοιπά κρουσμάτα έξαρσης της βίαιης εγκληματικότητας. Βλέπουμε βέβαια και τον κάτωθι σύνδεσμο:

Ενδεικτικές συμβουλές για την ασφάλεια των γυναικών

- τον οποίο ακολουθούμε κι εκεί, πια διαβάζουμε (μεταξύ άλλων):

* Μετά τη δύση του ηλίου, εάν είναι απαραίτητο να μετακινηθείτε με τα πόδια σε σκοτεινές περιοχές, φροντίστε να είστε ιδιαίτερα προσεκτικές.

Προς το τέλος της σελίδας, βλέπουμε μια αναφορά στην Παγκόσμια ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών:


- και τις εξής δύο αφίσσες:



- οι οποίες παραπέμουνε στην ενδοικογενειακή βία. Αυτή προφανώς δεν παρουσιάζει αύξηση (αλλοιώς θα την ανέφερε και το Πρώτο Θέμα, δεν μπορεί).

Φαίνεται λοιπόν πως όλες αυτές οι συμβουλές της Αστυνομίας Μας στις γυναίκες που κινδυνεύουνε από την αυξημένη εγκληματικότητα, αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα της στα πλαίσια της Παγκόσμιας Ημέρας για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών... κι όχι ως αντίδοτο στην αυξήση της εγκληματικότητας.

Αμέσως κάτω από τις δύο αφίσσες η Αστυνομία Μας συνιστά επίσης:

Σε περίπτωση κακοποίησης μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους ακόλουθους φορείς:

Γενική Γραμματεία Ισότητας του Υπουργείου Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης τηλ.: 210-3315291-6.

Κέντρο για κακοποιημένες γυναίκες και ειδικότερα:
Στο Συμβουλευτικό Κέντρο για τη βία κατά των γυναικών τηλ.: 210-3317305-6 (Αθήνα).
Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας τηλ.: 210-3626460 / 3616236 (τηλ & φαξ).
Γραφείο Ισότητας Δήμου Αθηναίων τηλ.: 210-5244657.
Διεθνής Κοινωνική Υπηρεσία τηλ.: 210-3617710.

Δε θα κάτσω να το ξεψαχνίσω αλλά πάω στοίχημα οτι αν το ψάξω λίγο, θα βρω οτι οι περισσότεροι (βλέπε, όλοι) αυτοί οι φορείς προϋπήρχανε των "αυξημένων ποσοστών εγκληματικότητας."

Ηθικόν δίδαγμα. Μην πιστεύεις ποτέ ό,τι μαλακία γράφουνε στις "ειδήσεις".

(A Suivre)

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Στο Χώρο Ταφής.


Ο Χώρος Ταφής. Κάποτε εδώ ήταν έρημος, ξερά χαλίκια και άγονη πέτρα. Σήμερα, είναι η βαθειά πράσινη ζούγκλα. Κοντά στο χώρο ταφής είναι τα ερείπια μιας πόλης των Αρχαίων. Ο Χώρος Ταφής ήταν ήδη αρχαίος όταν χτιζόταν η πόλη.

Οι Ηγέτες λένε οτι δεν είναι άνθρωποι θαμμένοι εκεί αλλά κάποιος δαίμονας που σκότωνε τους ανθρώπους με την μολυσματική του ανάσα. Λένε για τα αρχαία ιερογλυφικά που προειδοποιούν για μια κατάρα, το κακό που θα βρει όποιον ταξιδέψει ως εκεί, όποιον σκάψει εκεί ή προσπαθήσει να χτίσει με πέτρες κλεμμένες από τα αρχαία μνημεία. Λένε για ανθρώπους που πήγαν να σκάψουν στους τάφους και βρήκαν το θάνατο από παράξενες αρρώστιες. Η κατάρα του δαίμονα, λένε. Αυτή ερήμωσε την παλιά την πόλη. Αυτή κατέστρεψε τους αρχαίους. Αυτή γκρέμισε τους πύργους τους.

Η Σερίν δεν τα πιστεύει αυτά. Είναι μια νέα Ανιχνευτής, διαλεγμένη για το ανήσυχο πνεύμα της. Περνάει τη μέρα της χαμένη στα βιβλία, μελετάει την ιστορία. Μελετάει τη γνώση που αφήσαν πίσω τους οι αρχαίοι χτίστες των περήφανων πύργων. Μαθαίνει την ξεχασμένη μαγεία τους, τα μαθημαγικά και την εμπιστήμη. Δεν πιστεύει σε θεούς και δαίμονες με μιαρές ανάσες. Δεν πιστεύει σε κατάρες που προστατεύουν Χώρους Ταφής. Μια μέρα παίρνει το θαυμαστή της, τον Φρουρό Εμελίρ και πηγαίνουν βόλτα στη ζούγκλα, τάχατες ρομαντικό ζευγάρι- φορτωμένοι όμως σχοινιά κι εργαλεία. Ο Εμελίρ είναι μεγαλόσωμος, σαν κάθε Φρουρό- αντέχει να κουβαλήσει το σάκκο με τα εργαλεία, θα αντέξει να κουβαλήσει και τα λάφυρα.

- Σερίν, Σερίν, γλυκειά μου Σερίν! Ο δαίμονας με την μολυσματική ανάσα...
- Εμελίρ! Είσαι κουτός σαν φρουρός! Γιατί δε με ακούς ποτέ; Δεν υπάρχει δαίμονας.
- Μα, οι παραδόσεις! Οι Ηγέτες είπαν...
- Οι Ηγέτες, Εμελίρ, δεν ξέρουν να διαβάσουν τη γλώσσα των αρχαίων. Εγώ ξέρω. Δεν υπάρχουν δαίμονες και κατάρες.
- Και τότε γιατί-
- Γιατί άλλο, ρωμαλέε Εμελίρ; Γιατί να φοβάται κανείς να πλησιάσει στο Χώρο Ταφής; Γιατί να μην σκάψει κανείς εκεί;
- ... μα... για να μην... ε...
- Επειδή, Εμελίρ, στο Χώρο Ταφής είναι θαμμένος ένας θησαυρός. Ένας αρχαίος Ηγέτης με το χρυσό στεφάνι στο κεφάλι, με το χρυσό ραβδί στα χέρια. Είναι ξαπλωμένος στο φέρετρό του, σκεπασμένος χρυσάφια και πετράδια και γύρω του όλα του τα πλούτη που τον συντροφεύουν στην άλλη ζωή.
- Που τον συντροφεύουν... πού;
- Έτσι πίστευαν οι αρχαίοι, Εμελίρ. Όταν πεθαίνουμε, οτι πηγαίνουμε σε έναν άλλο κόσμο ίδιο με αυτόν εδώ. Κι οτι πρέπει να έχουμε μαζί μας τα πλούτη μας, για να ζήσουμε άνετα.
- Και οι Ηγέτες τους, γιατί δεν τους λέγαν οτι δεν είναι έτσι;
- Εμελίρ... Εμελίρ, δυνατέ μου Φρουρέ. Οι Ηγέτες των αρχαίων ήταν αυτοί που τους λέγαν όλα αυτά τα παραμύθια.
- Δεν μπορεί να λες αλήθεια, Σερίν. Πάλι πας να με μπερδέψεις με τα τεχνάσματά σου, των Ανιχνευτών, να μου βγάλεις τη μέρα, νύχτα και το κρασί, ξύδι.
- Γιατί να να σε μπερδέψω, Εμελίρ; Οι δικοί μας Ηγέτες τα ίδια δεν κάνουν; Δεν λένε όλη την ώρα ψέμματα, για να μας ελέγξουν;
- Τώρα, Σερίν, προσπαθείς να με διαβάλεις. Σ' αγαπώ, αλλά αυτό δεν θα το ανεχτώ.
- Και νά 'θελα, δυνατέ μου Εμελίρ, εσύ είσαι το ίδιο αδιάβλητος με τον ατάραχο βράχο.

Στέκονται τώρα μπροστά στο Χώρο Ταφής. Γύρω του η ζούγκλα είναι σιωπηλή, λες κι η κατάρα του δαίμονα διώχνει τα πουλιά και τα ζώα. Ο αέρας που φυσάει από τη μεριά του Χώρου Ταφής φέρνει μυρωδιά από φρέσκο ψοφίμι. Βλέπουν τριγύρω σπαρμένα τα κόκκαλα, των ζώων της ζούγκλας. Ο Φρουρός Εμελίρ διστάζει, κάνει να γυρίσει πίσω. Η Ανιχνεύτρια Σερίν τον κρατάει όμως από το χέρι, διαισθάνεται τον δισταγμό του, το φόβο που τον πλακώνει. Γραπώνεται από πάνω του και σχεδόν σκαραφλώνει στον τεράστιο όγκο του, τυλίγει τα μπράτσα της γύρω στο λαιμό του και τρίβει με πάθος τη μύτη της πάνω στη δική του. Τα χείλια τους σχεδόν αγγίζουν. Το ελεύθερο χέρι του χαϊδεύει το ξυρισμένο κεφάλι της. Αισθάνεται την καρδιά του να βροντάει στο πλατύ του στήθος. Κοιτάζει μέσα στα μάτια του, εντοπίζει την ανανεωμένη του αποφασιστικότητα και γυρνάει πάλι προς το Χώρο Ταφής κρατώντας τον από το χέρι.

Δεν τον σέρνει πια. Επιτέλους εκείνος θυμήθηκε τον Εργάτη Εοάρ, τον ανταγωνιστή του. Επιτέλους κατάλαβε τί σημάινει που η Σερίν διάλεξε αυτόν να την βοηθήσει, να σκάψει για λογαριασμό της, να την προστατέψει από τον κίνδυνο, να κουβαλήσει θησαυρούς για χάρη της. Αυτόν διάλεξε. Όχι τον Εοάρ. Σχεδόν πετάει τώρα και δε φοβάται πια τίποτα.

Περνάνε την περίμετρο του Χώρου Ταφής κι ο Εμελίρ κοντοστέκεται κοιτάζοντας απορημένος μία από τις Στήλες που είναι ακόμη όρθιες. Μισοκλείνει τα μάτια προσπαθώντας να βγάλει τα γράμματα στην επιφάνειά της, αλλά είναι σε γλώσσες αρχαίες, καιρό πια πεθαμένες.

Η Σερίν γυρνάει και ξεροβήχει, να καθαρίσει το λαιμό της. Παραμερίζει τις φυλλωσιές που μισοκρύβουν τη Στήλη, καθαρίζει την καπνιά και τα βρύα που καλύπτουν την επιφάνειά της. Ανασηκώνει το φρύδι της κι αρχίζει να διαβάζει:

- Κίνδυνος. Ετούτα τα... μνημεία, περι... περιγράφουν μια ... ελεγχόμενη περιοχή, σαράντα... ένα. Σαράντα ένα, κάτι, σε έκταση. Κοντά στο κέντρο του... από την... κοντά στο κέντρο της... οποίας... δηλητηριώδη άνθη είναι ... θαμμένα. Ναι. Αυτό λέει.

Ξεροβήχει πάλι. Με την άκρη του ματιού της κοιτάζει το σύντροφό της. Ο Φρουρός την κοιτάζει με δέος.

- Αλήθεια μπορείς να διαβάζεις τη γραφή των αρχαίων!
- Μα, ακριβώς χάρη σ' αυτή τη Στήλη.

Του δείχνει την περιφέρεια της Στήλης που είναι σκεπασμένη με την ίδια επιγραφή σε εφτά αρχαίες γλώσσες. Ο Φρουρός δεν καταλαβαίνει. Του εξηγεί, υπομονετικά: οι Ανιχνευτές γνωρίζουν λίγη από μία από τις γλώσσες των αρχαίων και χάρη σ' αυτήν καταφέραν να εξηγήσουν και τις υπόλοιπες. Με πολύ κόπο και πολλή υπομονή μετέφρασαν ένα κόμμάτι από τις επιγραφές στις Στήλες. Συνεχίζει, πιο σίγουρη για την ικανότητά της να θυμηθεί τί λέει η αρχαία επιγραφή.

- "Κοντά στο κέντρο αυτής της ελεγχόμενης περιοχής των σαράντα -κάτι, είναι... υπάρχουν... κτήρια που δείχνουν μια περιοχή που ... χρησιμεύει... χρησιμεύει για να θαφτούν... χρησιμεύει στην ταφή δηλητηριωδών τριπέταλων λουλουδιών, ερημιές... της ερημιάς, και ... τυχαία υλικά... είναι καμμένα... κρυμμένα σε μια περιοχή... εξακόσια εξήντα κάτι... Λέει οτι είναι θαμμένα βαθειά στο έδαφος... "Κανείς να μη σκάψει εδω, κανείς να μην ανοίξει τρύπες στη γη... Το νερό σας θα δηλητηριαστεί"...

Όσο η Ανιχνεύτρια διαβάζει κομπιάζοντας, ο Φρουρός κοιτάζει γύρω του καχύποπτα. Πάνω από την επιγραφή είναι σκαλισμένα δυο σύμβολα, ένα αγκαθωτό στεφάνι κι ένα λουλούδι με τρία πέταλα. Δεξιά κι αριστερά της είναι χαραγμένα δυο ανθρώπινα πρόσωπα, το ένα με τα χέρια στα αυτιά του και το στόμα ανοιχτό, σαν να φωνάζει για να ακουστεί πάνω από θόρυβο. Το άλλο είναι μισκοκαλυμμένο από τα βρύα και δε φαίνεται καθαρά. Κάτω από την επιγραφή, τρεις εικόνες που λένε μια ιστορία. Ένας ανθρώπος πλησιάζει σε ένα χαμηλό σπίτι, στολισμένο με το τριπέταλο λουλούδι. Φεύγει χορτάτος, με το λουλούδι στην κοιλιά του. Πιο κάτω σταματάει, ξαπλώνει στο έδαφος και φαίνεται να ετοιμάζεται να κοιμηθεί.

- Μια προειδοποίηση, τονίζει η Ανιχνεύτρια Σερίν. Δηλητηριώδη λουλούδια.

Δεν βλέπουν όμως τίποτα τριπέταλα λουλούδια εκεί γύρω. Ο Φρουρός Εμελίρ ανασηκώνει τους ώμους του κι η Ανιχνεύτρια Σερίν του χαμογελάει σαγηνευτικά. Τον πιάνει παλι από το χέρι και προχωράνε προς το κέντρο του Χώρου Ταφής. Εκεί, κάτω από τη Γη, τους περιμένουνε, θαμμένα πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια τα πυρηνικά απόβλητα των αρχαίων, για να τους χαρίσουν το θάνατο.


(A Suivre)

Ο αληθινός Χώρος Ταφής



Οι τρεις εικόνες από πάνω και η επιγραφή που διαβάζει η Ανιχνεύτρια Σερίν είναι παρμένα από τα σχέδια για την σήμανση του χώρου ταφής πυρηνικών αποβλήτων, WIPP ("Waste Isolation Pilot Plant"). Πρόκειται για μια υπαρκτή εγκατάσταση, στην έρημο του Νότιου Μεξικού, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο σκοπός της είναι να λειτουργήσει ως χώρος ταφής των ραδιενεργών καυσίμων από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες των ΗΠΑ. Είναι ένας από τρεις τέτοιους χώρους ταφής παγκοσμίως.

Η σήμανση του χώρου ταφής είναι προβληματική, επειδή τα απόβλητα (κάποια είναι ήδη θαμμένα εκεί) θα παραμείνουν ραδιενεργά για τις επόμενες δέκα χιλιετηρίδες τουλάχιστον. Το πρόβλημα δεν είναι να θαφτούν τα απόβλητα με ασφάλεια, αλλά να ειδοποιηθούν με σαφήνεια οι επόμενες γενιές για το τί είναι θαμμένο εκεί ωστέ να μην ανασκάψουν την εγκατάσταση.

Το Αμερικάνικου υπουργείο ενέργειας έχει συγκροτήσει μια ομάδα από ανθρωπολόγους, γλωσσολόγους, συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, αρχιτέκτονες και ειδικούς σε άλλους σχετικούς τομείς. Σκοπός τους είναι να προτείνουν τρόπους σήμανσης της περιοχής που να παραμείνουν αποτρεπτικοί ακόμη και μετά από 10 χιλιάδες χρόνια.

Κάποια από τα σχέδια που προέκυψαν από αυτή τη διαδικασία υπάρχουν στο διαδίκτυο.











Οι πιο πρόσφατες μελέτες για το σχέδιο σήμανσης δεν φαίνεται να υιοθετούν κάποια από αυτές τις προτάσεις, εκτός από τη γενική ανάγκη για καθαρή μετάδοση της πληροφορίας για τη λειτουργία της εγκατάστασης. Το κείμενο που διαβάζει η Ανιχνεύτρια Σερίν είναι από αυτό το νεότερο έγγραφο.



Να σημειώσω οτι στην ιστορία, παραβλέπω το γεγονός οτι δύο άνθρωποι με κασμάδες και φτυάρια μάλλον θα δυσκολευτούν πολύ να φτάσουν στο βάθος των 655 μέτρων όπου είναι θαμμένα τα απόβλητα (ακόμη και χρησιμοποιώντας τα φρεάτια εξαερισμού). Ποιητική αδοία όμως, ο Φρουρός Εμελίρ και η Ανιχνεύτρια Σερίν θα τα καταφέρουν.

Αναφορές:

1. Απόσπασμα από την αρχική μελέτη για τη σήμανση της εγκατάστασης (πηγή για τα σχέδια σ' αυτό το ποστ):

http://downlode.org/Etext/WIPP/

2. Δεύτερη μελέτη, που δεν περιλαμβάνει τα από πάνω σχέδια (αρχείο .pdf):

http://www.wipp.energy.gov/library/PermanentMarkersImplementationPlan.pdf

3. Ιστότοπος της εγκατάστασης:

http://www.wipp.energy.gov/

4. Σελίδα για την εγκατάσταση, στην Αγγλόφωνη βικιπαίδια:

http://en.wikipedia.org/wiki/Waste_Isolation_Pilot_Plant

(A Suivre)

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Πέθανε...



Όταν ήμουνα πολύ μικράκι, τον Βέγγο τον αγαπούσα πολύ. Όποτε τον έβλεπα στην τηλεόραση, έκανα χαρές. Άμα είχε καμμία από εκείνες τις ταινίες τις πρώτες, που έκανε μόνο κάτι σύντομες εμφανίσεις, έπεφτα στα γόνατα και προσευχόμουνα "σε παρακαλώ θεούλη μου δώσε στον αγαπημένου μου Θανάση Βέγγο ένα πιο μεγάλο ρόλο". Σου λέω, τόσο μικρό ήμουνα. Και τον αγαπούσα πολύ-πολύ, γιατί με έκανε να γελάω.

Κι έφυγε τώρα αυτός ο άνθρωπος, πάει. Πέθανε γαμώτο.

(A Suivre)

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Ας γίνουμε επιτέλους Ευρωπαίοι!

Ιδού η λύσις για να βγει η πατρίς από την κρίσις:



Επιστροφή στην βασιλεία, εδώ και τώρα!

Διότι, κύριε, οι Άγγλοι έχουνε βασιλιά και γι' αυτό δεν τους αγγίζει η κρίση! Είδες; Είναι πολιτισμένοι, όχι σαν κι εμάς τους βλάχους (και τους Γάλλους, τους μπουγτζόβλαχους). Βασιλευόμενη δημοκρατία! Γι' αυτό πάει η χώρα τους μπροστά!

Αλλά τί τα θες... ετσι είναι η νοοτροπία του Έλληνα... Έχει τέτοιο παλληκάρι βασιλειά και τον διώχνει στα ξένα!



Φέρτε πίσω τον Κωκό, ώωω-ω, ώωω-ώ!

(A Suivre)

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Το ταγκό των λαών.


Καλό μήνα!

(Φωτό από εδώ)

(A Suivre)